Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Πριν λίγο καιρό εκοιμήθη ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος Παπουτσάκης, ένας εξαίρετος Ιεράρχης της Εκκλησίας του Χριστού. Εγράφησαν και ελέχθησαν πολλά για την προσωπικότητά του και για την όλη του πορεία στην Εκκλησία, καθώς επίσης για το οσιακό του τέλος. Διασώζω στην μνήμη μου διάφορα στοιχεία από την προσωπικότητά του με τρεις προσεγγίσεις μου.
Η πρώτη είναι από την φοιτητική μου ζωή. Την δεκαετία του '60 (1964-1968) που σπούδαζα στην Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης, συνδεόμουν με συμφοιτητάς μου και φοιτητάς άλλων ετών, οι οποίοι εκφράζονταν με τα καλύτερα λόγια για τον τότε Μητροπολίτη Γορτύνης Τιμόθεο. Ο Σύλλογος Κρητών Φοιτητών τον κάλεσε στην Θεσσαλονίκη για μια σειρά ομιλιών. Παρακολούθησα πολλές από τις ομιλίες του, κυρίως στην Θεολογική Σχολή. Ενθυμούμαι ότι μας είχε καταγοητεύσει. Ο λόγος του ήταν γλυκύτατος, οι σκέψεις του πυκνότατες, η εκφορά του λόγου λογοτεχνική και διανθιζόταν από χωρία της Αγίας Γραφής, αλλά και συγχρόνων Ελλήνων και ξένων επιστημόνων και στοχαστών. Σε μας τους φοιτητές προξενούσε μεγάλη εντύπωση ο λόγος του που είχε τα στοιχεία που ανέφερα.
Ενθυμούμαι δε και την απλότητα της συμπεριφοράς του. Πρώτη φορά έβλεπα Επίσκοπο να εισέρχεται στον Ιερό Ναό για να τελέση μια ιερά Ακολουθία και να ανάβη το κερί, να ασπάζεται την εικόνα στο προσκυνητάρι και στην συνέχεια με απλότητα να χοροστατή και να κηρύττη με έναν θαυμάσιο, σύγχρονο και καταπληκτικό τρόπο.
Η άλλη προσέγγιση είναι από την εκδρομή μας ως τελειοφοίτων φοιτητών στην Κρήτη το καλοκαίρι του 1968. Για πολλές μέρες είχαμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε όλες τις Μητροπόλεις της Κρήτης και να δούμε από κοντά το έργο το οποίο επιτελούσαν οι Μητροπολίτες. Μας προξένησαν εντύπωση ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος, ο Μητροπολίτης Κισσάμου Ειρηναίος και ο αείμνηστος τότε Μητροπολίτης Γορτύνης μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος. Κάθε ένας από αυτούς είχε τον ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης και εκκλησιαστικής δράσης, αλλά και οι τρεις αποτελούσαν μια ενότητα που έδειχνε την δυναμικότητα της Εκκλησίας της Κρήτης στον ποιμαντικό και ιεραποστολικό τομέα.
Επισκεφθήκαμε την Ιερά Μονή Καλυβιανής, εντυπωσιασθήκαμε από το έργο το οποίο επιτελούσε ο αείμνηστος Τιμόθεος με τις μοναχές του. Με πολύ μεγάλη απλότητα μας ξενάγησε στον χώρο της Μονής και με πολύ ωραίο τρόπο μας εξηγούσε την κάθε λεπτομέρεια. Ο θαυμασμός μου αυξήθηκε όταν σε μια συνάντηση ανέλυσε την σκέψη του Καζαντζάκη και μάλιστα τολμούσε, ευρισκόμενος σε κρητικό περιβάλλον, να κρίνη το έργο του λογοτέχνη αυτού. Μιλούσε με πολύ ωραίο τρόπο που δύσκολα κανείς μπορούσε να τον αντικρούση. Αισθανόμασταν τον τότε Γορτύνης Τιμόθεο ως έναν παραδοσιακό αλλά και σύγχρονο Ιεράρχη.
Η τρίτη προσέγγιση είναι από τις αναμνήσεις του αειμνήστου Γέροντός μου κυρού Καλλινίκου, όταν υπηρετούσα στην Έδεσσα. Πολλές φορές τον άκουγα να επαινή τον Τιμόθεο με τον οποίον ήταν συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο και μου διηγόταν γεγονότα της φοιτητικής τους ζωής. Γι' αυτό όταν βιογράφησα τον αείμνηστο Γέροντά μου Καλλίνικο έγραφα και για τον φίλο του:
«Ένας από τούς πιο κοντινούς συμφοιτητές του και φίλος ήταν ο Μιχαλάκης Παπουτσάκης, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος. Καθονταν στο ίδιο θρανίο και είχαν μεγάλο και στενό πνευματικό σύνδεσμο. Μαζί οραματίζονταν την δόξα του Θεού και της Εκκλησίας. Μου έλεγε πολλές ιστορίες για τον φίλο του.
Σαν παιδιά που ήταν «έπαιζαν». Το παιχνίδι τους ήταν να βρίσκουν τα χωρία της Αγίας Γραφής. Δηλαδή, ο ένας ανέφερε από στήθους ένα χωρίο της Καινής Διαθήκης και ο άλλος έπρεπε να βρη την παραπομπή εκείνη την ώρα, δηλαδή να πη αμέσως το βιβλίο στο οποίο υπήρχε αυτό το χωρίο, το κεφάλαιο και τον στίχο. Τι ωραίος σύνδεσμος! Να παίζουν με τον λόγο του Θεού και αυτό το παιχνίδι ταυτόχρονα γινόταν ζωη. Ο αείμνηστος είχε μεγάλη αγάπη στην Αγία Γραφή μέχρι το τέλος της ζωής του. Την ήξερε σχεδόν απ έξω. Στα κηρύγματά του μνημόνευε συνεχώς χωρία από αυτήν. Ιδιαιτέρως αγαπούσε τον Απόστολο Παύλο.
Μου έλεγε πολλές φορές για τον φίλο του (τον Μιχαλάκη-Τιμόθεο), που σηκωνόταν το πρωϊ για να ψήση ψωμί και στην συνέχεια να βαδίση με τα πόδια από τον Πειραιά μέχρι το Πανεπιστήμιο, για να παρακολουθήση τις παραδόσεις των Καθηγητών. Μου έλεγε ότι πολλές φορές στο έδρανο τον έπαιρνε ο ύπνος και όταν τον ξυπνούσε του διηγόταν τις ταλαιπωρίες του».
Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος μετά την κοίμηση του Γέροντός μου Καλλινίκου διηγήθηκε με τον δικό του τρόπο την σχέση τους. Στην διήγησή του αυτή φαίνεται και ο τρόπος με τον οποίο ζούσε ο ίδιος, οι αναζητήσεις του και τα βιώματά του κατά την φοιτητική του ζωή. Την παραθέτω για να φανή η προσωπικότητα των δύο αυτών φίλων, των οποίων η φιλία ομοίαζε με την φιλία μεταξύ του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου. Διηγείται ο αείμνηστος Τιμόθεος:
«Είχα την ευτυχία και την απέραντη χαρά να ζήσω όλα τα φοιτητικά μου χρόνια με τον αξέχαστον αδελφόν Καλλίνικον. Θα αδικούσα ασφαλώς αν αποτολμούσα να περιγράψω τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα. Τον βλέπω πάντα μπροστά μου και η σκέψη μου πετάει στις ωραίες πνευματικές μας συζητήσεις, την ωραία αναστροφή, το πνευματικό και εξηγιασμένο παράδειγμά του.
Φτωχούλια φοιτητάκια, στερημένα, αλλά χαρούμενα, ευτυχισμένα, με νεανική χαρά και ενθουσιασμό μιας αγάπης σωστής, μιας πίστεως γεμάτης οράματα, όνειρα, ελπίδες. Μοιάζαμε στη φτώχεια, στη στέρηση, στις λαχτάρες και στα χτυποκάρδια…
Καθόμασταν πάντα στο ίδιο θρανίο. Δεν μας χώριζε τίποτε. Εσμίξαμε στο ίδιο θρανίο το μόχθο, την αγωνία, τη στέρηση, με τη μάθηση, τη γνώση, τη μόρφωση. Κοινές οι χαρές, κοινές οι λύπες. Και επειδή οι λύπες ήταν περισσότερες, φροντίζαμε κάθε μέρα να τις μοιραζόμαστε για να λιγοστεύει το φορτίο και ο πόνος τους.
Ένας σκοπός και οδηγός το Ευαγγέλιο στην φτωχή μας τσέπη. Αμέτρητες φορές σε κάποιο παγκάκι του Βασιλικού Κηπου, στο Ζαππειο μας βρήκε να μελετούμε, να συζητούμε, να μοιραζόμαστε τη στέρησή μας και την ελπίδα. Καθίζαμε σε κανένα παγκάκι κάτω από την δροσερή σκια, εμελετούσαμε λίγο η καταστρώναμε το φρικτό πρόβλημα του επισιτισμού μας…
Όμως τις ώρες εκείνες της απογνώσεως ανοίγαμε το Ευαγγέλιο. Πνευματική πλησμονή, ανέκφραστη χαρά, αγαλλίαση και ελπίδα πλημμύριζε την ψυχή μας Και εκείνα τα ιερά συναισθήματα μας έκαναν να υπερβούμε τις χοϊκές ανάγκες.
Δεν μας χώριζε παρά ο ύπνος. Στις διαλέξεις μαζί, στην Εθνική Βιβλιοθήκη αχώριστοι για να μελετάμε, αφού δεν είχαμε δικά μας βιβλία. Δεν μπορούν να λησμονηθούν οι προσευχές, τα δάκρυα, οι μελέτες και τα ξενύχτια πάνω στο βιβλίο, με την προθυμία να βοηθήση ο ένας τον άλλο σε ο,τι μπορεί.
Πηγαίναμε και σε κάποιον ασκητή σ' ένα βουνό κοντά στην Αθήνα. Δυσκολα μπορούσε κάποιος να τον συναντήσει. Πανω σε μια στάμνα με νερό είχε τοποθετήσει ένα κομμάτι σανίδι με μια κακογραμμένη επιγραφή που έλεγε: «Εσύ ο διαβάτης που θα δροσιστείς από τούτο το νερό, κάνε μια προσευχή και για μένα τον αμαρτωλό». Ήταν ευλογία που κατορθώσαμε να τον συναντήσουμε και να μιλήσουμε, γιατί κατάλαβε τις διαθέσεις μας και έδειξε προθυμία να μας δώσει μερικές συμβουλές. Κακότεχνα τα έλεγε και χωρίς ρητορείες, μα ήταν γλυκά, καυτερά, που περνούσαν σαν κοφτερά σπαθιά και σου συντάραζαν την ψυχή ως τα κατάβαθά της.
Δεν μπορώ να περιγράψω τι αισθανόμαστε τότε. Κατάνυξη και ρίγος, συγκίνηση και φόβο, ευχαρίστηση και τύψεις, ανακούφιση και στενοχώρια. Όλα μαζί ανακατεύονταν και σταματούσαν την αναπνοή μας.
Ευλογημένοι πνευματικοί χριστιανικοί ενθουσιασμοί. Ποιός μπορούσε να φανταστεί το σεμνό αυτό φοιτητάκι, που ξεκίνησε και ωρίμασε μέσα στην δοκιμασία και την αγωνία ότι θα ελάμπρυνε Αρχιερατικό θρόνο τόσο περίλαμπρα. Ο αείμνηστος αδελφός υπηρέτησε την Εκκλησία από την Επισκοπική έπαλξη, αγκάλιασε με αληθινή αφοσίωση την Εκκλησία, την πατρίδα, την αγία μας Ορθοδοξία.
Τον άγιο αδελφό έχω πάντα μπροστά στα μάτια μου και μέσα στην καρδιά μου. Χωρίσαμε σωματικά. Ο Κυριος τον βρήκε έτοιμο και τον μετέστησε τόσο ενωρίς στο υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Ο αδελφός Μητροπολίτης Εδέσσης ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ άφησε ανεξάλειπτα το πέρασμά του, πέρασμα αγίου ποιμενάρχου που εσημάδεψε την εποχή του, συγκλονίζει πάντα τις καρδιές των πιστών και δείχνει με την ιεροπρέπειά του υπόδειγμα αρετής, μορφώσεως και αγιασμού.
Ας τον παρακαλέσουμε να προσεύχεται για τα πνευματικά του παιδιά, τούς φίλους του, το ποίμνιό του, τον λαο μας και ολόκληρο τον κόσμο».
Αυτή η περιγραφή δείχνει και τον ψυχικό-πνευματικό πλούτο του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Τιμοθέου.
Έγραψα τις γραμμές αυτές με πολύ μεγάλη συγκίνηση, ενθυμούμενος τις δύο αυτές μεγάλες μορφές, του Καλλινίκου και του Τιμοθέου. Τις έγραψα όμως και με πολύ ευγνωμοσύνη, γιατί ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος μέχρι την κοίμησή του εξέφραζε ποικιλοτρόπως την αγάπη του προς το πρόσωπό μου, επειδή όπως έλεγε με θεωρούσε «πνευματικό του ανηψιό», επειδή ο Γέροντάς μου ήταν δικός του πνευματικός αδελφός. Ασφαλώς θα συναντήθηκαν στην ουράνια πατρίδα μας και θα προσεύχωνται και για μένα στον αγώνα της εκκλησιαστικής διακονίας και στην πορεία προς την άνω πατρίδα.
Ας είναι αιωνία η μνήμη του και να έχουμε την ευχή του, αφού λάμπρυνε την Εκκλησία του Χριστού με το παράδειγμά του, τον γραπτό και προφορικό λόγο του, το ιεραποστολικό έργο του, την μοναχική ζωή του, την συνεχή προσευχή του και τις καθημερινές λειτουργίες του.–

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Ετικέτες

Χάρτης

Από το Blogger.

Αναγνώστες

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget